Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.
1 σχόλιο:
Τώρα εσείς κορίτσια που διαβάζετε αυτό το συγκλονιστικό ποίημα και νομίζετε ότι θα σας πέσει κι έσας ένα τέτοιο λαχείο που θα φωνάζει και θα κλαίει στα νερά "σ αγαπώ..." και σαν κριάρι θα τρέχει στους ουρανούς και θα τσακίζει τους κλώνους των άστρων,ψωνίσατε από σβέρκο. 'Ενας Ελύτης ήτανε, τον πήρε η Ιλιοπούλου,πέθανε και από πάνω, οπότε οι λεύθερες βράστε όρυζα...Στην άλλην ζωή και ΑΑΑΑΑΑΑΑν..... Βολευτείτε με ότι έχετε σε αυτήν και μην ελπίζετε σε θαύματα. Τέτοιοι άντρες δεν γίνονται γεννιούνται και είναι ήδη καπαρωμένοι από την κούνια. Οι υπόλοιποι όλοι απλά περιφέρουν την ξεφτίλα και την ανανδρεία τους.Φοβισμένες υπάρξεις που σέρνονται σαν σκουλήκια σε αυτήν και στην όποια άλλη ζωή και κρύβονται πίσω από τη χρυσή μετριότητα τους. Θα τους απαντήσετε σε κάθε βήμα σας να κομπάζουν για το ανυπόστατο εγώ τους και τεχνηέντως να ψηλώνουν σε ύψη δυσθεώρητα για τον ψυχικό ξεπεσμό τους. Όταν όμως δεν τους βλέπετε, βγάζουν τη μάσκα του δήθεν, σκύβουν το κεφάλι και παρακαλάνε γονυπετής ουρλιάζοντας να τους αποδεχτούν και να μην τους κρίνουν. Εκεί που τάχα φτύνουν, γονατίζουν και γλύφουν για να μη χάσουν την βολή και την άνεση τους.
"Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυό μαζί, μ' ακούς"
Έχετε εσείς ακούσει άντρα να το λέει και να το εννοεί αυτό; Να ρχονται οι μπόρες κι αυτός να είναι δίπλα σας βράχος; Μπαααααααα! Λούης ήδη από τις πρώτες σταγόνες έχει γίνει...
Γι αυτό σας λέω...Αφήστε τον Ελύτη για πριν την κατάκλυση και πιάστε καμιά Μειμαρίδη για την καθημερινότητα. Χαζή είναι ολόκληρη εγγονή μαγγίσης Κατίνας να προτρέπει να διαλέγετε τους άντρες σαν τα τρόφιμα στο σούπερ μαρκετ; Μόνον το καλύτερο, χρηστικότερο και οικονομικότερο για το καλάθι σας! Οι υπόλοιποι έτσι κι αλλιώς σαβούρες είναι.. Αν τους αγγίξετε θα μολυνθείτε κι εσείς από την σαπίλα της ψυχής τους. Ας αφεθούν να συναγελαστούν με τις όμοιες τους. Σκέφτεστε καλύτερη εκδίκηση;
Δημοσίευση σχολίου