Άιντε, καρδιά, αρματώνου! Τί ξαργούμε το φοβερό, μοιρογραμμένο κρίμα να το πράξουμε; Εμπρός, δόλιο μου χέρι πάρε το ξίφος, πάρε το! Πορεύου για το ξεκίνημα θλιμένης ζήσης, και μη δειλιάζεις, μη θυμάσαι αν είναι τα τέκνα αυτά χιλιάκριβα περίσσια, και πώς τα γέννησες εσύ· την ώρα ετούτη καν, τους γιους σου ξέχασε τους, κ' ύστερα θρήνα! Τί, κι αν τους σκοτώσεις, αγαπημένοι σου είταν απ' τη φύση— κ' εγώ θάν είμαι μιά δυστυχισμένη!

Deathly Seduction

Deathly Seduction

Άγγελοι χάραξαν δρόμο για την αγκαλιά σου, νεράιδες άκουσαν το κάλεσμα σου, αστέρια ερωτεύτηκαν με τ' άγγιγμα σου, μάγισσες υποσχέθηκαν να με φέρουν κοντά σου...

Καληνύχτα...


«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θαρθω. Καληνύχτα. εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει να βγω από αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάρι - την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις ώχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τη γερατειά μας,-να ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μανώλης Αναγνωστάκης.

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πως θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.Ανάμνηση ζωής πότε ν αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας τον σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πως θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε απ τ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι αν έχει μείνει
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Θανατική Ποινή:Δεν μου αξίζει να ζω σε έναν κόσμο που ακόμη ο Άνθρωπος σκοτώνει τον Άνθρωπο.

Θανατική Ποινή:Δεν μου αξίζει να ζω σε έναν κόσμο που ακόμη ο Άνθρωπος σκοτώνει τον Άνθρωπο.
Amnesty international. Stop Death Penalty

Et in Arcadia Ego

Et in Arcadia Ego