Άιντε, καρδιά, αρματώνου! Τί ξαργούμε το φοβερό, μοιρογραμμένο κρίμα να το πράξουμε; Εμπρός, δόλιο μου χέρι πάρε το ξίφος, πάρε το! Πορεύου για το ξεκίνημα θλιμένης ζήσης, και μη δειλιάζεις, μη θυμάσαι αν είναι τα τέκνα αυτά χιλιάκριβα περίσσια, και πώς τα γέννησες εσύ· την ώρα ετούτη καν, τους γιους σου ξέχασε τους, κ' ύστερα θρήνα! Τί, κι αν τους σκοτώσεις, αγαπημένοι σου είταν απ' τη φύση— κ' εγώ θάν είμαι μιά δυστυχισμένη!

Deathly Seduction

Deathly Seduction

Άγγελοι χάραξαν δρόμο για την αγκαλιά σου, νεράιδες άκουσαν το κάλεσμα σου, αστέρια ερωτεύτηκαν με τ' άγγιγμα σου, μάγισσες υποσχέθηκαν να με φέρουν κοντά σου...

Καληνύχτα...


«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θαρθω. Καληνύχτα. εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει να βγω από αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάρι - την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις ώχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τη γερατειά μας,-να ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Τα μοναχικά βήματα (Τάσος Λειβαδίτης - Κ. Καραμπέτη)

Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ' τα χρόνια...

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα...

Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.

Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.

Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ' το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ' τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.

Όλα θολά συγκεχυμένα... Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση... ποιοί είμαστε; ... άγνωστο... και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ' τον αληθινό εαυτό μας.

Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.

Το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου... μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;

Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους... μείναμε στη μέση... η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ' όλα τα ρολόγια.

Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;

Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της...

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε... μια θλίψη τ' απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ' όλη τη ζωή.

Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ' ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία, τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ' αλησμόνητο πρωινό.

Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.

Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ' έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες...

Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα...

Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση... ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ' ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ

Υπάρχει, λένε, μιά μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά
   πού θα την βρούμε;
προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε
   κάτι απ’ τα χρόνια –
αλήθεια, τί συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τί έγινε χτες,
   όλα θολά συγκεχυμένα
το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δυό πολέμων για να πάω στην
   κουζίνα για καφέ
οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μιά
   στιγμή μένουν ορφανά
και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα
   απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε
οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ’ το βάρος της απεραντοσύνης,
έξω απ’ τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια
κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη που είναι έτοιμη να
   φύγει για τον ουρανό
όλα θολά, συγκεχυμένα – οι άλλοι φτιάχνουν από μάς ένα πρόσωπο
   για δική τους χρήση
ποιοί είμαστε; άγνωστο και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας
   βρίσκουμε κάτι απ’ τον αληθινό εαυτό μας –
χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες
μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές
   δαντέλες στα γηροκομεία
το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων
τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου
κι ο πατέρας μου, πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια, έρχεται κάθε βράδυ
   και με συμβουλεύει στον ύπνο μου, «μα, πατέρα, του λέω, ξεχνάς
   ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι»
ω γενιά μου χαμένη – πήραμε μεγάλους δρόμους, μείναμε στη μέση
η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ’ όλα τα ρολόγια
φίλοι παιδικοί, πού είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου
   στο άπειρο – οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία
οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο
η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της
η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε
μιά θλίψη τ’ απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία
και κάθε φορά που προσπερνάμε έναν διαβάτη, είναι σαν να λέμε «αντίο»
   σ’ όλη τη ζωή –
θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας, Άννα, το φύλο σου σαν ένα
   μισανοιγμένο όστρακο που τ’ ακούμπησε εκεί μιά μακρινή τρικυμία
τα στήθη σου δυό μικρά ηλιοτρόπια μες στ’ αλησμόνητα πρωινά –
οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν,
   οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δυό
κάποτε θα αυτοκτονήσω μ’ έναν τρόπο συνταρακτικό: με χαμηλόφωνα
   λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες,
α, ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα...
τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση
ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ’ ακορντεόν
   παίζανε τώρα για την τύχη
και τα καπέλα τους επιπλέανε
            ναυαγισμένα στη μουσική...



Από την ποιητική συλλογή: «Βιολέτες για μια εποχή» (1985).
Από το βιβλίο: Τάσος Λειβαδίτης, «Ποίηση, τόμος τρίτος», Κέδρος, Αθήνα 1988, σελ. 244-246.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Θανατική Ποινή:Δεν μου αξίζει να ζω σε έναν κόσμο που ακόμη ο Άνθρωπος σκοτώνει τον Άνθρωπο.

Θανατική Ποινή:Δεν μου αξίζει να ζω σε έναν κόσμο που ακόμη ο Άνθρωπος σκοτώνει τον Άνθρωπο.
Amnesty international. Stop Death Penalty

Et in Arcadia Ego

Et in Arcadia Ego